Η γλώσσα δεν είναι ένα απλό εργαλείο, αλλά καθοριστικό συστατικό της προσωπικότητας του ατόμου και της φυσιογνωμίας ενός λαού. «Η γλώσσα μου είναι ο κόσμος μου» γράφει ο Wittgenstein, εννοώντας ότι μέσα στην κάθε λέξη απεικονίζονται στοιχεία από την ιστορία, τη σκέψη, τη νοοτροπία, την καλλιέργεια και τον πολιτισμό κάθε λαού. Γι’ αυτό και η διδασκαλία μιας μητρικής εθνικής γλώσσας, όταν διδάσκεται σωστά, είναι αυτόχρημα διδασκαλία του ύφους και του ήθους ενός λαού.
Στην Ελλάδα σήμερα αντιμετωπίζουμε οξύ γλωσσικό πρόβλημα, μια γενικότερη αδυναμία στην ορθή και δημιουργική χρήση της γλώσσας, γραπτής και προφορικής. Υπάρχει, βέβαια, αναγνωρισμένη διεθνώς κάμψη της δυνατότητας των παιδιών και του ενδιαφέροντος γενικά για καλύτερη χρήση της γλώσσας που οφείλεται κυρίως στην επίδραση της εικόνας, στη συνθηματική γλώσσα των μέσων τεχνολογίας και κοινωνικής δικτύωσης. Ο χείμαρρος της επικοινωνίας ως ποσότητα παρασύρει και καταπνίγει την ποιότητα. Η γλωσσική, μεστή, γόνιμη, διαλεκτική επικοινωνία, ο καίριος λόγος, περιορίζεται προς όφελος της οπτικής, της εικόνας.
Ωστόσο το ελληνικό γλωσσικό πρόβλημα έχει ιδιαίτερη μορφή και αίτια. Επιγραμματικά θα αναφέρω: α) την κακοποίηση που προξενούμε στη γλώσσα μας χρησιμοποιώντας τη λανθασμένα, β) τη γλωσσική ισοπέδωση στο όνομα μιας άχρηστης, αχρείαστης πλασματικής ομοιομορφίας η οποία μας οδηγεί στη γενικευμένη χρήση γραμματικών τύπων και λέξεων, περιορίζοντας έτσι τον λόγο μας σε κάποια γενικόλογα, άχρωμα, ασαφή στοιχεία και την παράλληλη χλεύη απέναντι σε όσους προσπαθούν να την χρησιμοποιήσουν ορθά, γ) τη γλωσσική ξενομανία μας, και δεν αναφέρομαι στην εκμάθηση ξένων γλωσσών, πράγμα δημιουργικό και απαραίτητο, αλλά στην αλλοίωση της ελληνικής, δ) την κομματικοποίηση και την αναγωγή της σε κριτήριο κομματικής πειθαρχίας και ιδεολογικής ορθοδοξίας ε) τον γλωσσικό μας λαϊκισμό, αυτή την εξεζητημένη χρήση λαϊκότροπων στοιχείων, στ) αλλά και την κενολόγο γλωσσική επίδειξη κάποιων (ψευτο)διανοουμένων που με τις σοφιστικές συσκοτίσεις τους λειτουργούν σε βάρος της σαφήνειας και της καθαρότητας του λόγου.
Κι όμως πιστεύω ότι η ελληνική γλώσσα δε χάνεται. Ως «εθνικό σύστημα σήμανσης» το οποίο επιβίωσε, παρά τις αντιξοότητες, τόσους αιώνες, θα συνεχίσει να υπάρχει. Εκείνο που σβήνει και έχουμε χρέος να υπερασπιστούμε είναι η δύναμη, η ομορφιά, η πλαστικότητα, η σαφήνεια, η ακριβολογία, η ευθυβολία, η κυριολεξία, η ετυμολογική διαφάνεια και τελικά η ποιότητα του ελληνικού λόγου. Άλλωστε τα στοιχεία που γέννησαν και διαμόρφωσαν στο πέρασμα των αιώνων τη γλώσσα μας, ο εκθαμβωτικός ουρανός, η ηλιακή θαλπωρή, το πλούσιο γεωγραφικό ανάγλυφο, το ήπιο κλίμα συνεχίζουν να επιδρούν ακόμη σε αυτό το νοτιοανατολικό άκρο της Ευρώπης θετικά και να γεννούν ξεχωριστούς ανθρώπους που θα συνειδητοποιήσουν την αμφίδρομη σχέση γλώσσας και σκέψης και την αξία της γλωσσικής επικοινωνίας.
Μαργαρίτα Κλαδιά
Καθηγήτρια Φιλολογικών – Φροντιστήρια ΧΡΟΝΟΣ
