Ζούμε σε μια εποχή που η ανάγκη για γλωσσομάθεια, δηλαδή η ικανότητα να μιλάμε κι άλλες γλώσσες πέραν της μητρικής μας, είναι πλέον περισσότερο επιτακτική από ποτέ. Αυτό προκύπτει από μια σειρά γεγονότων και καταστάσεων που συμβαίνουν σε παγκόσμιο επίπεδο και τα οποία -ευτυχώς ή δυστυχώς- δεν μπορούμε να παραβλέψουμε, όπως το άνοιγμα των συνόρων, η εξέλιξη των μέσων μαζικής μεταφοράς, η μαζική -και πλέον-παντοδύναμη ηλεκτρονική επικοινωνία, αλλά και η εμπορικοοικονομική δραστηριότητα η οποία πολλές φορές φέρνει σε επαφή ανθρώπους από όλα τα πλάτη και μήκη του πλανήτη.
Συνεπώς, η γλωσσομάθεια χαρακτηρίζεται αναγκαία από επαγγελματικής, πνευματικής και πολιτιστικής άποψης.
Καταρχήν, το να γνωρίζει κάποιος να μιλά καλά μια ξένη γλώσσα μπορεί να τον βοηθήσει να βρει εργασία. Φυσικά αυτό γίνεται εύκολα κατανοητό, αν ρίξουμε μια γρήγορη ματιά στις αγγελίες που σχεδόν σε όλες τις δουλειές τα προσόντα που ζητούνται συμπεριλαμβάνουν πάντα τη γνώση τουλάχιστον μιας ξένης γλώσσας, ενώ το επίπεδο γλωσσομάθειας που απαιτείται τείνει να γίνει από επαρκές σε άριστο. Ειδικά σε επαγγέλματα που αφορούν στον τουρισμό, τη βαριά βιομηχανία της χώρας μας, δε νοείται ένας εργαζόμενος να μη γνωρίζει καλά τουλάχιστον μια ξένη γλώσσα.
Το ίδιο ισχύει και για τους επαγγελματίες που θέλουν να αναπτύξουν τις δραστηριότητες τους στο εξωτερικό, να πάρουν ιδέες, γνώσεις, να μάθουν νέες τεχνικές και να ανακαλύψουν όλα όσα τους ενδιαφέρουν προκειμένου να εξελιχθούν στον τομέα τους. Αλλά και για τους φοιτητές, τόσο την περίοδο των βασικών σπουδών όσο και για μεταπτυχιακό, απαιτείται η γνώση ξένης γλώσσας, για να μελετήσει την απαιτούμενη βιβλιογραφία.
Επιπλέον, μέσω της διαδικασίας της γλωσσομάθειας ο άνθρωπος πλουτίζει πνευματικά. Μαθαίνοντας μια ξένη γλώσσα διευρύνει τους ορίζοντές του, διότι έρχεται σε επαφή με έναν καινούριο πολιτισμό. Η διαδικασία αυτή επίσης τον βοηθά να κατανοήσει καλύτερα τη δική του γλώσσα και κουλτούρα, μέσω των ομοιοτήτων και διαφορών που μπορεί να εντοπίσει ανάμεσα στις δύο γλώσσες.
Τέλος, με την εκμάθηση ξένων γλωσσών οι λαοί έρχονται πιο κοντά, αφού μαθαίνουν για τα ήθη, τα έθιμα και τη νοοτροπία των άλλων. Αυτό τους βοηθά να έρθουν σε βαθύτερη και ουσιαστικότερη επαφή μεταξύ τους, αφού μπορούν να ανταλλάσσουν ιδέες, να κατανοούν και να σέβονται ο ένας τον άλλον με αποτέλεσμα τη λύση παρεξηγήσεων ή ακόμη και αποφυγή αυτών, συμβάλλοντας έτσι στην πολυπόθητη παγκόσμια ειρήνη και δημοκρατία.
Ωστόσο, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, όσο σημαντική και αν είναι η εκμάθηση ξένων γλωσσών στην εποχή μας, δεν πρέπει αυτή να γίνεται σε βάρος της μητρικής μας γλώσσας. Η απομάκρυνση από τη γλώσσα μας σημαίνει και την απομάκρυνση από την ιστορία και τον πολιτισμό του τόπου μας, σημαίνει δηλαδή απώλεια της εθνικής μας ταυτότητας. Και ένας λαός χωρίς ταυτότητα είναι ένας λαός χωρίς παρόν, παρελθόν και μέλλον, καταδικασμένος να ζει στη σκιά των άλλων, «Those who know nothing of foreign languages know nothing of their own», όπως έλεγε και ο Johann Wolfgang von Goethe.
Συνοψίζοντας όλα τα παραπάνω θα λέγαμε πως η γλωσσομάθεια είναι πραγματικά πολύτιμη, τόσο για την επαγγελματική όσο και για την πνευματική μας εξέλιξη, αλλά και ένα μέσο για την καλύτερη κατανόηση ανάμεσα στους λαούς της γης. Ένας τρόπος να διευρύνουμε τους ορίζοντές μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και να ανοίξουμε τα φτερά μας για τη γνωριμία μας με τον κόσμο.
Σοφία Ξεΐνη 
Καθηγήτρια Αγγλικών – Φροντιστήρια ΧΡΟΝΟΣ
