X

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ 2017

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: ΑΡΧΑΙΑ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ

Εκφώνηση

Α. ΔΙΔΑΓΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Αριστοτέλους, Ηθικά Νικομάχεια, Β6, 9 -13

(8) Εἰ δὴ πᾶσα ἐπιστήμη οὕτω τὸ ἔργον εὖ ἐπιτελεῖ, πρὸς τὸ μέσον βλέπουσα καὶ εἰς τοῦτο ἄγουσα τὰ ἔργα (ὅθεν εἰώθασιν ἐπιλέγειν τοῖς εὖ ἔχουσιν ἔργοις ὅτι οὔτ’ ἀφελεῖν ἔστιν οὔτε προσθεῖναι, ὡς τῆς μὲν ὑπερβολῆς καὶ τῆς ἐλλείψεως φθειρούσης τὸ εὖ, τῆς δὲ μεσότητος σῳζούσης, οἱ δ’ ἀγαθοὶ τεχνῖται, ὡς λέγομεν, πρὸς τοῦτο βλέποντες ἐργάζονται), ἡ δ’ ἀρετὴ πάσης τέχνης ἀκριβεστέρα καὶ ἀμείνων ἐστὶν ὥσπερ καὶ ἡ φύσις, τοῦ μέσου ἂν εἴη στοχαστική. Λέγω δὲ τὴν ἠθικήν· αὕτη γάρ ἐστι περὶ πάθη καὶ πράξεις, ἐν δὲ τούτοις ἔστιν ὑπερβολὴ καὶ ἔλλειψις καὶ τὸ μέσον.

(9) Οἷον καί φοβηθῆναι και θαρρῆσαι καί ὀργισθῆναι καί ὅλως ἡσθῆναι καί λυπηθῆναι ἔστι καί μᾶλλον καί ἧττον, καί ἄμφότερα οὐκ εὖ· τό δ’ ὅτε δεῖ καί ἐφ’ οἷς καί πρός οὕς καί οὗ ἕνεκα καί ὡς δεῖ, μέσον τε καί ἄριστον, ὅπερ ἐστί τῆς ἀρετῆς. Ὁμοίως δέ καί περί τάς πράξεις ἔστιν ὑπερβολή καί ἔλλειψις καί τό μέσον. Ἡ δ’ ἀρετή περί πάθη καί πράξεις ἐστί, ἐν οἷς ἡ μέν ὑπερβολή ἁμαρτάνεται καί ψεγεται καί ἡ ἔλλειψις, τό δέ μέσον ἐπαινεῖται καί κατορθοῦται· ταῦτα δ’ ἄμφω τῆς ἀρετῆς. Μεσότης τις ἄρα ἐστίν ἡ ἀρετή.

(10) ἔτι τὸ μὲν ἁμαρτάνειν πολλαχῶς ἔστιν (τὸ γὰρ κακὸν τοῦ ἀπείρου, ὡς οἱ Πυθαγόρειοι εἴκαζον, τὸ δ’ ἀγαθὸν τοῦ πεπερασμένου), τὸ δὲ κατορθοῦν μοναχῶς (διὸ καὶ τὸ μὲν ῥᾴδιον τὸ δὲ χαλεπόν, ῥᾴδιον μὲν τὸ ἀποτυχεῖν τοῦ σκοποῦ, χαλεπὸν δὲ τὸ ἐπιτυχεῖν)· καὶ διὰ ταῦτ’ οὖν τῆς μὲν κακίας ἡ ὑπερβολὴ καὶ ἡ ἔλλειψις, τῆς δ’ ἀρετῆς ἡ μεσότης·

ἐσθλοὶ μὲν γὰρ ἁπλῶς, παντοδαπῶς δὲ κακοί.

Αριστοτέλους Πολιτικά, ΑΖ, 15-16

(14) Γιατί όπως ο άνθρωπος είναι το ανώτερο από όλα τα όντα όταν φτάνει στην τελειότητά του, έτσι όταν σπάζει τη σχέση του με τον νόμο και τη δικαιοσύνη γίνεται το χειρότερο από όλα. Δεν υπάρχει πιο ανυπόφορο και πιο ολέθριο πράγμα από την αδικία που διαθέτει όπλα. Ο άνθρωπος, από την άλλη, γεννιέται εφοδιασμένος από τη φύση με όπλα για να υπηρετήσει τη φρόνηση και την αρετή, που όμως μπορεί να τα χρησιμοποιήσει εξ ολοκλήρου και για αντίθετους σκοπούς. Γι’ αυτό ο δίχως αρετή άνθρωπος είναι από όλα τα όντα το πιο ανόσιο και το πιο άγριο, το χειρότερο από όλα στις ερωτικές απολαύσεις και στις απολαύσεις του φαγητού. Η δικαιοσύνη είναι στοιχείο συστατικό της πόλης· είναι αυτό που συγκρατεί την τάξη στην πολιτική κοινωνία.
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Α. Από τα παραπάνω χωρία να μεταφράσετε το απόσπασμα: «Εἰ δὴ πᾶσα ἐπιστήμη οὕτω τὸ ἔργον … ὑπερβολή καί ἔλλειψις καί τό μέσον».

Μονάδες 10

Β. Να γράψετε στο τετράδιο σας τις απαντήσεις των παρακάτω ερωτήσεων:

Β1. Ο Αριστοτέλης στην προσπάθειά του να προσδιορίσει τη μεσότητα στην ηθική αρετή καταλήγει αρχικά σε ένα δυνητικό συμπέρασμα «μεσότης ἂν εἴη ἡ ἀρετή». Στη συνέχεια όμως, υποβάλλοντάς το σε λογικό έλεγχο οδηγείται στην οριστικοποίηση του συμπεράσματός του με τη χρήση οριστικής έγκλισης «μεσότης τις ἄρα εστίν ἡ ἀρετή...».

Να παρουσιάσετε την πορεία της σκέψης του φιλοσόφου από την εξαγωγή του πρώτου συμπεράσματος ως την οριστική του διατύπωση.

Μονάδες 10

Β2. «τό δ’ ὃτε δεῖ ... καί ὡς δεῖ»: Ο φιλόσοφος στο χωρίο αυτό προσδίδει δεοντολογικό χαρακτήρα με την επαναλαμβανόμενη χρήση του «δεῖ». Ποια ήταν τα κριτήρια των αρχαίων Ελλήνων που χαρακτήριζαν μια συμπεριφορά ηθικά ορθή;

Μονάδες 10

Β3. Στην προηγούμενη ενότητα, 13, ο Αριστοτέλης θεωρούσε τον άνθρωπο το ανώτερο από όλα τα όντα. Ποιον περιορισμό θέτει στην ενότητα 14 και πώς αποδεικνύει την ορθότητά του; Πόσο εύκολη ή δύσκολη είναι η επίτευξη του στόχου σύμφωνα με όσα λέει στην ενότητα 10 των Ηθικών Νικομαχείων;

Μονάδες 10

Β4. Ποια ερωτήματα απασχόλησαν τους στοχαστές της πνευματικής παράδοσης στην οποία εντάσσεται ο Αριστοτέλης με την πραγματεία του Ἠθικὰ Νικομάχεια; Να δώσετε τους νέους όρους, που χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά στις συζητήσεις και τις πνευματικές αναζητήσεις αυτής της εποχής, και να εξηγήσετε το περιεχόμενο καθενός ανάλογα με τον εισηγητή του.

Μονάδες 10

Β5α. Να σχηματίσετε ένα παράγωγο επίθετο για κάθε ρηματικό τύπο, χρησιμοποιώντας την παραγωγική κατάληξη που σας δίνεται:

προβλέπω:  -ιμος

ἀφελεῖν:  -ικός

φθειρούσης:  -τός

σῳζούσης:  -τήριος

νοῦς + ἔχω:  -ὴς

Β5β. Με ποιες λέξεις του κειμένου έχουν ετυμολογική συγγένεια οι παρακάτω λέξεις: βαλβίδα, υπόλοιπο, υιοθεσία, ράθυμος, φιλαρέσκεια.

Μονάδες 10

 

Γ. ΑΔΙΔΑΚΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

εἰ πάντες ἤθελον οἱ παιδεύειν ἐπιχειροῦντες ἀληθῆ λέγειν, καὶ μὴ μείζους ποιεῖσθαι τὰς ὑποσχέσεις ὧν ἔμελλον ἐπιτελεῖν, οὐκ ἂν κακῶς ἤκουον ὑπὸ τῶν ἰδιωτῶν: νῦν δ' οἱ τολμῶντες λίαν ἀπερισκέπτως ἀλαζονεύεσθαι πεποιήκασιν ὥστε δοκεῖν ἄμεινον βουλεύεσθαι τοὺς ῥᾳθυμεῖν αἱρουμένους τῶν περὶ τὴν φιλοσοφίαν διατριβόντων. τίς γὰρ οὐκ ἃν μισήσειεν ἅμα καὶ καταφρονήσειε πρῶτον μὲν τῶν περὶ τὰς ἔριδας διατριβόντων, οἳ προσποιοῦνται μὲν τὴν ἀλήθειαν ζητεῖν, εὐθὺς δ' ἐν ἀρχῇ τῶν ἐπαγγελμάτων ψευδῆ λέγειν ἐπιχειροῦσιν; [2] οἶμαι γὰρ ἅπασιν εἶναι φανερὸν ὅτι τὰ μέλλοντα προγιγνώσκειν οὐ τῆς ἡμετέρας φύσεώς ἐστιν, ἀλλὰ τοσοῦτον ἀπέχομεν ταύτης τῆς φρονήσεως, ὥσθ' Ὅμηρος ὁ μεγίστην ἐπὶ σοφίᾳ δόξαν εἰληφὼς καὶ τοὺς θεοὺς πεποίηκεν ἔστιν ὅτε βουλευομένους ὑπὲρ αὐτῶν, οὐ τὴν ἐκείνων γνώμην εἰδώς, ἀλλ' ἡμῖν ἐνδείξασθαι βουλόμενος ὅτι τοῖς ἀνθρώποις ἓν τοῦτο τῶν ἀδυνάτων ἐστίν.

Ἰσοκράτους, Κατὰ τῶν σοφιστῶν1-2

 

Γ1. Να μεταφράσετε το απόσπασμα στη νέα ελληνική.

Μονάδες 20

 

Δ. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

  1. Να γράψετε ίδιας ζητούμενους ονοματικούς & αντωνυμικούςτύπους:

πάντες: γενική ενικού αριθμού, θηλυκού γένους

ἀληθῆ: δοτική ίδιου αριθμού

ὑποσχέσεις: δοτική ενικού αριθμού

ἰδιωτῶν: κλητική ενικού αριθμού

ἔριδας: αιτιατική ενικού αριθμού

ἡμετέρας: ίδιο τύπο στο γ΄ πρόσωπο

τοσοῦτον: αιτιατική πληθυντικού αριθμού, θηλυκού γένους

δόξαν: δοτική ενικού αριθμού

ἡμῖν: ίδιο τύπο στο γ΄ πρόσωπο

μείζους: τον ίδιο τύπο στον υπερθετικό βαθμό.

Μονάδες 5

 

  1. Να γράψετε ίδιας ζητούμενους ρηματικούς τύπους:

ἐπιχειροῦντες: β΄ ενικό προστακτικής, ίδιων χρόνου & φωνής

λέγειν: ίδιο τύπο στον μέλλοντα

ἤκουον: μετοχή μέλλοντα (αρσενικό γένος, ονομαστική ενικ. αριθμού)

τολμῶντες: β΄ ενικό οριστικής παρατατικού, ίδιας φωνής

αἱρουμένους: ίδιο τύπο σε αόριστο β΄

προγιγνώσκειν: ίδιο τύπο σε αόριστο

ἀπέχομεν: β΄ ενικό υποτακτικής αορίστου, ίδια φωνής

εἰληφὼς: ίδιο τύπο σε μέλλοντα

εἰδώς: β΄ πληθυντικό οριστικής ενεστώτα

ἐνδείξασθαι: γ΄ ενικό οριστικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής

           Μονάδες 5

 

  1. Να αναγνωρίσετε το συντακτικό ρόλοτων παρακάτω λέξεων: μείζους, βουλεύεσθαι, ἅπασιν, ἐπὶ σοφίᾳ, ἓν, τῶν ἀδυνάτων 

Μονάδες 3

 

  1. Να αναγνωρίσετε τον υποθετικό λόγοτης πρώτης ημιπεριόδου και κατόπιν να τον μετατρέψετε ώστε να δηλώνει την απλή σκέψη του λέγοντος.

«εἰ πάντες ἤθελον οἱ παιδεύειν ἐπιχειροῦντες ἀληθῆ λέγειν, καὶ μὴ μείζους ποιεῖσθαι τὰς ὑποσχέσεις ὧν ἔμελλον ἐπιτελεῖν, οὐκ ἂν κακῶς ἤκουον ὑπὸ τῶν ἰδιωτῶν:»

Μονάδες 3

 

  1. Οἶμαι γὰρ ἅπασιν εἶναι φανερὸν ὅτι τὰ μέλλοντα προγιγνώσκειν οὐ τῆς ἡμετέρας φύσεώς ἐστιν: Να εντοπίσετε τους πλαγίους λόγους, να τους αναγνωρίσετε και να τους μεταφέρετε στον ευθύ λόγο.

Μονάδες 4

 

Απαντήσεις

Μετάφραση: Εάν, λοιπόν, κάθε επιστήμη (τέχνη) με αυτόν τον τρόπο εκπληρώνει σωστά το έργο της, αποβλέποντας δηλαδή στο μέσον και κατευθύνοντας τα έργα της προς αυτό (γι’ αυτό και συνηθίζουν να λένε στο τέλος για τα τέλεια έργα ότι δεν είναι δυνατόν ούτε να αφαιρέσουμε ούτε να προσθέσουμε τίποτα, γιατί η υπερβολή και η έλλειψη φθείρουν την τελειότητα, ενώ η μεσότητα τη διαφυλάσσει, και οι καλοί τεχνίτες, όπως λέμε, εργάζονται αποβλέποντας σε αυτό), και (εάν) η αρετή είναι πιο ακριβής και ανώτερη από κάθε τέχνη, όπως ακριβώς και η φύση, (τότε) θα μπορούσε να έχει ως στόχο της το μέσον. Και εννοώ την ηθική αρετή. Γιατί αυτή έχει σχέση με τα συναισθήματα και τις πράξεις και σε αυτά υπάρχει η υπερβολή και η έλλειψη και το μέσον.

Για παράδειγμα, είναι δυνατόν να νιώσουμε και φόβο και θάρρος και επιθυμία και οργή και ευσπλαχνία και, γενικά, ευχαρίστηση και λύπη σε βαθμό και μεγαλύτερο και μικρότερο από όσο πρέπει, και στις δύο περιπτώσεις δεν είναι καλό.  όμως το να αισθανόμαστε τη στιγμή που πρέπει και σε σχέση με τα πράγματα που πρέπει και σε σχέση με τους ανθρώπους που πρέπει και για το λόγο που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει, αυτό είναι το μέσο και το άριστο, το οποίο ακριβώς σχετίζεται με την αρετή. Με όμοιο τρόπο όμως και στις πράξεις υπάρχει υπερβολή και έλλειψη και μέσον.

Β1. Στο απόσπασμα αυτό αρχικά ο Αριστοτέλης χρησιμοποιώντας υποθετικό συλλογισμό όπου συνέκρινε την τέχνη και τη φύση με την ηθική αρετή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αρετή θα μπορούσε να είναι μεσότητα («μεσότης ἀν εἲη ἡ ἀρετή»). Διευκρίνισε βέβαια ότι αναφέρεται στην ηθική αρετή, αυτή δηλαδή που σχετίζεται με τις πράξεις και τις ψυχικές ενέργειες. Έρχεται, λοιπόν, στη συνέχεια να αποδείξει την παραπάνω θέση με επαγωγικό τρόπο δίνοντας ενδεικτικά κάποια παραδείγματα συναισθημάτων, τα οποία διακρίνονται σε ευχάριστα και δυσάρεστα και εκδηλώνονται άλλοτε με λιγότερη και άλλοτε με περισσότερη ένταση από αυτή που πρέπει («φοβηθῆναι και θαρρῆσαι καί ὀργισθῆναι καί ὅλως ἡσθῆναι καί λυπηθῆναι»). Η υπερβολή όμως και η έλλειψη δεν είναι καλό να υπάρχουν («οὐκ εὖ»), γιατί απομακρύνουν τον άνθρωπο από τη μεσότητα, η οποία είναι τελειότητα συνάμα και ακρότητα και σχετίζεται με την ηθική αρετή («ὃπερ ἐστί τῆς ἀρετῆς»).

Κατόπιν, ο Αριστοτέλης θέτει τους περιορισμούς, οι οποίοι με την εκδήλωση των διαφόρων ψυχικών διαθέσεων θα πραγματώσουν την ιδέα της αρετής. Αφορούν τους ανθρώπους, τα πράγματα, το χρόνο, τον τρόπο αλλά και το λόγο για τον οποίο εκδηλώνονται. Ο άνθρωπος, λοιπόν, για να κατακτήσει το «μέσον τε και ἂριστον», δηλαδή την αρετή χρειάζεται να διαθέτει εκείνη τη φρόνηση, ώστε να ανταποκρίνεται στις πέντε απαιτήσεις του δέοντος και να ρυθμίζει την ένταση του συναισθήματος. Κάθε εκτροπή προς την υπερβολή και την έλλειψη θεωρείται λάθος και κατακρίνεται, ενώ το μέσο θεωρείται σωστό και επαινείται. Ο έπαινος όμως και το μέσο σχετίζονται με την αρετή, οπότε λογικά η αρετή είναι μεσότητα.

Ο λογικός έλεγχος αυτός τον οδήγησε στην οριστικοποίηση του συμπεράσματός του και γι’ αυτό χρησιμοποιεί πια οριστική έγκλιση («Μεσότης τις ἂρα ἐστιν ἡ ἀρετή»), που εκφράζει το πραγματικό και τη βεβαιότητα. Ο τρόπος αυτός διερεύνησης είναι απόλυτα επιστημονικός, καθώς υποδηλώνει ότι ο φιλόσοφος είναι ανοιχτός σε περαιτέρω διερεύνηση, δεκτικός και σε άλλες απόψεις και ιδέες, ενώ απομακρύνεται από το δογματισμό και σέβεται την προσωπικότητα του άλλου. Έτσι προάγεται η επιστημονική έρευνα και οι επιστήμες εξελίσσονται. Εξάλλου μην ξεχνάμε ότι τα Ηθικά Νικομάχεια είναι έργο της ωριμότητας του Αριστοτέλη, η οποία χαρακτηριζόταν από ηρεμία, νηφαλιότητα και ώριμη σκέψη.

Ο σωστός χρόνος λοιπόν, τα σωστά πράγματα, οι σωστοί άνθρωποι, ο σωστός σκοπός, ο σωστός τρόπος συνιστούν τις παραμέτρους εκείνης της ισορροπίας/συμμετρίας που παράγουν το τέλειο αποτέλεσμα, δηλαδή το μέσον και άριστον. Ο Αριστοτέλης κάνει σαφές ότι η αρετή δεν είναι συναίσθημα (φόβος, οργή, θάρρος), όμως προκύπτει από μια συγκεκριμένη αντιμετώπιση του συναισθήματος. Έτσι η ηθική αρετή προκύπτει από μια λογική επέμβαση του ανθρώπου στο συναίσθημα που περιγράφεται με τις πέντε συνθήκες του «δεῖ». Για να κατακτήσει ο άνθρωπος το «μέσον τε καὶ ἄριστον» χρειάζεται να διαθέτει εκείνη τη φρόνηση, ώστε να ανταποκρίνεται στις πέντε απαιτήσεις του δέοντος και να ρυθμίζει την ένταση του συναισθήματος. Έτσι, όσον αφορά την ουσία της, η αρετή είναι μια μεσότητα, όσον αφορά όμως το «ἄριστον», είναι μια ακρότητα που συμπίπτει με το «υπέρτατο» αγαθό προς το οποίο πρέπει να αποβλέπει ο άνθρωπος. Το «ἄριστον», αν και είναι ακρότητα, συμπίπτει με το μέσον, γιατί αποτελεί τον υπέρτατο βαθμό τελειότητας. Η αρετή είναι μεσότης ανάμεσα στην υπερβολή και την έλλειψη, αλλά καθαυτή είναι τέλεια, δηλαδή έχει τον ανώτατο βαθμό τελειότητας, καθώς ούτε να ξεπεραστεί μπορεί από κάτι άλλο, ούτε όμως υπολείπεται και σε σχέση με κάποιο άλλο. Συμπερασματικά, στο χωρίο αυτό φαινομενικά έχουμε οξύμωρο σχήμα, καθώς ο Αριστοτέλης ταυτίζει το μέσον με το άριστο. Το μέσον, όπως έχει ήδη αναφέρει ο φιλόσοφος, βρίσκεται ανάμεσα στην υπερβολή και την έλλειψη. Το «ἄριστον» όμως κανονικά αποτελεί ακρότητα και όχι μεσότητα, καθώς βρίσκεται στην υπερβολή. Για τον Αριστοτέλη «ἄριστον» είναι η τελειότητα, το «τέλος», η ανώτερη αξία των όντων που προκύπτει από τη μεσότητα. Εδώ λοιπόν αποκτά τη σημασία του ιδανικού, του προτύπου, της μετρημένης συμπεριφοράς που οφείλουμε να ακολουθήσουμε, αν θέλουμε να κατακτήσουμε την αρετή, που είναι η μεσότητα. Έτσι οι δύο έννοιες τελικά ταυτίζονται και η αντίφαση αίρεται. Αξιοπρόσεκτη είναι η θέση και το γένος της αντωνυμίας «ὅπερ», η οποία αναφέρεται στη λέξη «ἄριστον», κι έτσι, συσχετίζεται και ετυμολογικά η λέξη «ἄριστον» με τη λέξη «ἀρετῆς».

Ο Αριστοτέλης έχει αναφέρει στο τέλος της 8ης ενότητας ότι η ηθική αρετή σχετίζεται με τα συναισθήματα και τις πράξεις. Σ’ αυτή την ενότητα βέβαια έφερε παραδείγματα που αφορούν μόνο τα συναισθήματα και όχι τις πράξεις. Διευκρινίζει όμως ότι αυτό που συμβαίνει στα συναισθήματα συμβαίνει και με τις πράξεις· και σ’ αυτές, δηλαδή, υπάρχει και υπερβολή και έλλειψη και το μέσον και πρέπει να πληρούνται οι ίδιες προϋποθέσεις με εκείνες των συναισθημάτων. Η μεταξύ τους αναλογία δηλώνεται με τη χρήση του επιρρήματος «ὁμοίως».

Η αρετή, για τον Αριστοτέλη, είναι μια ανθρώπινη ιδιότητα, η οποία μπορεί να προσεγγιστεί και να κατακτηθεί από τον καθένα που λειτουργεί με βάση τη λογική, τον ορθό λόγο, και καταβάλλει επίπονη προσπάθεια. Αντίθετα, η πλατωνική αρετή τοποθετείται σ’ έναν κόσμο νοητό και μεταφυσικό, έξω από τον χώρο της πρακτικής ζωής του ανθρώπου.

Στην ενότητα 9 ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί κάποιες εκφράσεις, για να αξιολογήσει την υπερβολή, την έλλειψη και τη μεσότητα. Έτσι απορρίπτει την υπερβολή («μᾶλλον») και την έλλειψη («ἧττον») αρχικά με μια ήπια φράση, «ἀμφότερα οὐκ εὖ», η οποία αποτελεί και σχήμα λιτότητας. Στη συνέχεια γίνεται πιο σαφής και κατηγορηματικός λέγοντας πως η υπερβολή και η έλλειψη αποτελούν σφάλμα και κατακρίνονται («ἡ μὲν ὑπερβολὴ ἁμαρτάνεται καὶ ψέγεται καὶ ἡ ἔλλειψις»). Αντίθετα, η μεσότητα σχετίζεται με το «ἄριστον» και την αρετή, είναι το σωστό και επαινείται («τὸ δὲ μέσον ἐπαινεῖται καὶ κατορθοῦται»). Οι ρηματικοί τύποι «ἁμαρτάνεται» και «κατορθοῦται» αναφέρονται στο έργο του υποκειμένου της ηθικής πράξης, ενώ οι φράσεις «ὅτε δεῖ … ὡς δεῖ» και οι ρηματικοί τύποι «ψέγεται» και «ἐπαινεῖται» υποδηλώνουν την κοινωνική διάσταση της αρετής.

Εδώ είναι φανερή η μεθοδικότητα της σκέψης του Αριστοτέλη. Στην 8η ενότητα διατύπωσε τη θέση του υποθετικά (με δύο υποθετικές προτάσεις: «εἰ δὲ πᾶσα …», «(εἰ) ἡ δ’ ἀρετὴ πάσης …») και δυνητικά (δυνητική ευκτική: «ἂν εἴη») προσδίδοντας έτσι μετριοπάθεια και διαλλακτικότητα στα λεγόμενά του. Στην 9η ενότητα υποβάλλει τις υποθέσεις και το δυνητικό συμπέρασμα σε λογικό έλεγχο με τη χρήση παραδειγμάτων και διατυπώνει έναν δεύτερο συλλογισμό.

Ο συλλογισμός

1η προκείμενη: το μέσον επαινείται και είναι το σωστό («τὸ μέσον ἐπαινεῖται καὶ κατορθοῦται»)

2η προκείμενη: ο έπαινος και το σωστό σχετίζονται με την αρετή («ταῦτα δ’ ἄμφω τῆς ἀρετῆς»)

Συμπέρασμα: επομένως, η αρετή είναι ένα είδος μεσότητας («μεσότης τις ἄρα ἐστὶν ἡ ἀρετή»). Στο συμπέρασμα, το οποίο προκύπτει λογικά, η αρετή ορίζεται ως «κάποια» (τις) μεσότητα, διατηρεί δηλαδή την υποκειμενικότητα στον προσδιορισμό του περιεχομένου της. Η αρετή είναι απλώς μια μορφή μεσότητας, προσδιοριζόμενη από τις πέντε σταθερές μεταβλητές (δεῖ), και όχι συγκεκριμένη αντικειμενικά και απόλυτα καθορισμένη για όλους μεσότητα.

Ο λογικός αυτός έλεγχος τον οδήγησε στην οριστικοποίηση του συμπεράσματός του και γι’ αυτό χρησιμοποιεί πια οριστική έγκλιση («Μεσότης τις ἄρα ἐστὶν ἡ ἀρετή…»), που εκφράζει το πραγματικό και τη βεβαιότητα.

Ο τρόπος αυτός διερεύνησης είναι απόλυτα επιστημονικός, καθώς υποδηλώνει ότι ο φιλόσοφος είναι ανοιχτός σε περαιτέρω διερεύνηση, δεκτικός και σε άλλες σκέψεις και ιδέες, ενώ απέχει από τον δογματισμό. Έτσι προάγεται η επιστημονική έρευνα και οι επιστήμες εξελίσσονται.

Β2. Ο Αριστοτέλης αναφέρθηκε σε παραδείγματα συναισθημάτων που μπορούμε να τα βιώσουμε σε μεγαλύτερο και μικρότερο βαθμό, θεωρώντας πως η υπερβολή και η έλλειψη δεν είναι καλό να υπάρχουν, καθώς φθείρουν τη μεσότητα και συνακόλουθα την πραγμάτωση της αρετής. Για να μπορέσει να διατηρηθεί η μεσότητα, πρέπει να τηρούνται ορισμένες προϋποθέσεις που παρουσιάζονται με πολυσύνδετο σχήμα. Πρόκειται για δεοντολογικούς κανόνες που οδηγούν στην ηθικά ορθή πράξη. Οι κανόνες αυτοί είναι:

α) «ὃτε δεῖ»: η χρονική στιγμή κατά την οποία πρέπει να νιώθουμε ένα συναίσθημα,

β) «ἐφ’ οἷς (δεῖ)»: τα πράγματα, οι συνθήκες σε σχέση με τις οποίες πρέπει να το νιώθουμε,

γ) «πρός οὗς (δεῖ)»: οι άνθρωποι σε σχέση με τους οποίους πρέπει να το νιώθουμε,

δ) «οὗ ἓνεκα (δεῖ)»: ο λόγος για τον οποίο πρέπει να νιώθουμε ένα συναίσθημα και

ε) «ὡς δεῖ»: ο τρόπος με τον οποίο το εκδηλώνουμε.

Η επανάληψη του ρήματος «δεῖ» προσδίδει δεοντολογικό χαρακτήρα στο κείμενο και εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος μπορεί να αποκτήσει ηθικά ορθή συμπεριφορά.

Στην 8η ενότητα ο Αριστοτέλης είχε καταλήξει στη θέση ότι οι ηθικές αρετές σχετίζονται με τα συναισθήματα και τις πράξεις, γιατί σ’ αυτά υπάρχει υπερβολή και έλλειψη και το μέσον. Έρχεται, λοιπόν, στην ενότητα αυτή να αποδείξει την παραπάνω θέση με επαγωγικό τρόπο δίνοντας ενδεικτικά κάποια παραδείγματα συναισθημάτων, τα οποία διακρίνονται σε ευχάριστα και δυσάρεστα. Τονίζει ότι σ’ αυτά υπάρχει υπερβολή και έλλειψη, καθώς μπορούμε να τα βιώσουμε είτε σε μεγαλύτερο είτε σε μικρότερο βαθμό. Αν τα αισθανόμαστε σε μεγαλύτερο βαθμό («μᾶλλον»), τότε φτάνουμε στην υπερβολή, ενώ, αν τα αισθανόμαστε σε μικρότερο βαθμό («ἧττον»), φτάνουμε στην έλλειψη. Όμως, ούτε το «μᾶλλον» ούτε το «ἧττον» είναι καλά («οὐκ εὖ»), όπως υπογραμμίζει ο φιλόσοφος, γιατί έτσι απομακρυνόμαστε από τη μεσότητα. Πρέπει, μάλιστα, να σημειώσουμε ότι μετά τα επιρρήματα «μᾶλλον» και «ἧττον» εννοείται η γενική συγκριτική «τοῦ δέοντος», η οποία προσδίδει δεοντολογικό χαρακτήρα στο κείμενο και καθορίζει τα όρια του μέτρου, της ηθικά ορθής πράξης.

Για να μπορέσει να διατηρηθεί η μεσότητα στα συναισθήματα, που είναι και το «ἄριστον», πρέπει να τηρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, οι οποίες παρουσιάζονται από τον φιλόσοφο με πολυσύνδετο σχήμα που προσδίδει έμφαση. Η εφαρμογή τους απαιτεί μόχθο και επίπονη προσπάθεια. Όπως αναφέραμε και προηγουμένως, ο Αριστοτέλης σκόπιμα επαναλαμβάνει ή εννοεί τύπους του ρήματος «δεῖ» («καὶ μᾶλλον καὶ ἧττον (τοῦ δέοντος)», «ὅτε δεῖ», ἐφ’ οἷς (δεῖ)», «πρὸς οὓς (δεῖ)», «οὗ ἕνεκα (δεῖ)», «ὡς δεῖ»), για να δώσει δεοντολογικό περιεχόμενο στο κείμενο και να κατευθύνει τους ανθρώπους προς την ηθικά ορθή συμπεριφορά.

Πώς όμως καθορίζεται η ηθικά ορθή συμπεριφορά; Κάθε κοινωνία έχει κάποια κριτήρια ορθής συμπεριφοράς. Στην περίπτωση των αρχαίων Ελλήνων τα κριτήρια αυτά εντάσσονται μέσα στο πλαίσιο της πόλης-κράτους, γιατί ας μην ξεχνάμε ότι ο αρχαίος Έλληνας λειτουργούσε πάντα ως μέλος του συνόλου και όχι ως άτομο και δε μπορούσε να εννοηθεί έξω από τα πλαίσια της πόλης. Τα κριτήρια λοιπόν αυτά είναι τα εξής: α. οι γραπτοί νόμοι της πόλης-κράτους: αυτοί ήταν άλλωστε που καθόρισαν τη στάση του Σωκράτη, όπως αυτή παρουσιάζεται στον πλατωνικό διάλογο Κρίτων, όταν του προτάθηκε να δραπετεύσει, β. η παράδοση: οι άγραφοι νόμοι, τα πρότυπα και τα παραδείγματα προς μίμηση ή προς αποφυγή, που προβάλλονταν, υποδείκνυαν τον ορθό τρόπο συμπεριφοράς, οι άγραφοι παραδοσιακοί κανόνες συμβίωσης, τα πρότυπα και τα παραδείγματα που καθόριζαν τι είναι το «ορθό» και τι το μη «ορθό» σε κάθε περίπτωση. Ήταν εκείνα ακριβώς που αναφέρει ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη: «ἀεί ποτε ζῇ ταῦτα, κοὐδείς οἶδεν ἐξ ὃτου ἐφάνη». γ. η λογική, δηλαδή ο ορθός λόγος: η λογική και ιδιαίτερα η λογική του φρόνιμου ανθρώπου υποδείκνυε την ενδεδειγμένη συμπεριφορά (η έννοια της λογικής θα αναφερθεί στη 10η ενότητα, «ᾧ ἀν ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν»). Σε κάθε κοινωνία τα κριτήρια αυτά μεταβάλλονται ανάλογα με τις ανάγκες και την εποχή.

Παρόμοια με αυτά των αρχαίων Ελλήνων κριτήρια ρυθμίζουν τη συμπεριφορά και των σύγχρονων Ελλήνων. Έτσι κι εμείς ρυθμίζουμε τη συμπεριφορά μας ανάλογα με τους γραπτούς νόμους του κράτους και τους άγραφους νόμους, που απορρέουν από τις λαϊκές μας παραδόσεις, τις ιστορικές μας καταβολές και τη θρησκευτική συνείδηση των ανθρώπων. Από τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι τα κριτήρια αυτά συμπεριφοράς, που μας φέρνουν πιο κοντά στη μεσότητα, δεν μένουν σταθερά, αλλά μεταβάλλονται σε περιεχόμενο, ανάλογα με την κοινωνία, την εποχή, τον τόπο, τα πρότυπα και άλλους παράγοντες. Επομένως, προκύπτει ότι την ευθύνη για την κατάκτηση των ηθικών αρετών την έχει ο ίδιος ο άνθρωπος, ο οποίος οφείλει να καταβάλλει επίπονη προσπάθεια και αγώνα.

Β3. Ο φιλόσοφος θεωρεί ότι, όταν ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τη λογική («φτάνει στην τελειότητά του») και ζει σύμφωνα με τους νόμους και τη δικαιοσύνη, είναι το ανώτερο από όλα τα όντα. Ο νόμος και η δικαιοσύνη τον βοηθούν να τηρεί το μέτρο και τη σωστή στάση απέναντι στα πάθη, και συνεπώς εξασφαλίζουν την τάξη, την αλληλεγγύη και τον αμοιβαίο σεβασμό μεταξύ των μελών της κοινωνίας. Επομένως, η τήρηση των νόμων και η εφαρμογή της δικαιοσύνης αποτελούν, για τον Αριστοτέλη, τον αναγκαίο περιορισμό,  για να τελειωθεί ο άνθρωπος, να ολοκληρώσει τον φυσικό του προορισμό. Η ορθότητα αυτού του περιορισμού αποδεικνύεται παρακάτω με την εξέταση των βλαβερών συνεπειών της αδικίας, που προκύπτουν αν ο άνθρωπος δεν χρησιμοποιήσει σωστά, υπηρετώντας δηλαδή τη φρόνηση και την αρετή, τα όπλα που του χάρισε η φύση. Τα επιχειρήματά του θα τα αναπτύξει με τη μέθοδο «ἐκ τοῦ ἀντιθέτου»: θα μιλήσει δηλαδή πρώτα για τις επιπτώσεις της αδικίας, για να καταλήξει στο ζητούμενο, στη μεγάλη δηλαδή σημασία που έχει η δικαιοσύνη για τη συγκρότηση της πολιτικής κοινωνίας.

Προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμά του, εκθέτει σειρά συλλογισμών όπου η ηθι­κή συσχετίζεται εμμέσως με την πολιτική.

Ο άνθρωπος έχει την προδιάθεση και τη ροπή για το αγαθό, για­τί γεννιέται προικισμένος με όπλα (η λογική, η συνείδηση και η γλώσσα) που θα του επιτρέψουν να υπηρετήσει τη φρόνηση και την αρετή. Αλλά, η φυσική προδιάθεση του ανθρώπου για το αγαθό δεν προεξοφλεί ότι θα καταλήξει οπωσδήποτε σε αυτό.

Ενώ, λοιπόν, ο άνθρωπος που αξιοποίησε με επιτυχία τις φυσικές προδιαθέσεις του για το αγαθό και «τελειώθηκε» είναι το καλύτερο έμβιο ον, ο άνθρωπος που αποχωρίζεται το νόμο και τη δικαιοσύνη  είναι το χειρότερο από όλα τα έμβια όντα. Άρα ο φυσικός προορισμός του ανθρώπου δεν είναι αποτέλεσμα μιας αυτόματης αναγκαστικής διαδικασίας, αλλά εξαρτάται από τις ενέργειες και την προαίρεση του ανθρώπου που τον οδηγούν στους προσωπικούς του στόχους.

Ο χωρίς αρετή άνθρωπος δεν υποβιβάζεται, απλώς, στο επίπεδο του αγριότερου ζώου, αλλά  παραδίδεται και  στις χειρότερες μορφές ακολασίας. Γίνεται λοιπόν: «το πιο ανόσιο ον» στις σχέσεις του με το θείο. Με το επίθετο «ανόσιος» ο Αριστοτέλης χαρακτηρίζει τον άνθρωπο που δεν ζει σύμφωνα με τη λογική, αλλά κυριαρχείται από τα πάθη και τις επιθυμίες και δεν έχει κανέναν ηθικό φραγμό, «το πιο άγριο» στις σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους, «το χειρότερο από όλα τα όντα» στις ερωτικές απολαύσεις και στις απολαύσεις του φαγητού. Για τον Σταγειρίτη η χαλάρωση των ηθών οφείλεται στην έλλειψη του δικαίου.

«Δίκη» είναι το περί δικαίου αίσθημα, εμπεδώνει την τάξη στην πολιτική κοινωνία και είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την εύρυθμη λει­τουργία της. «Δίκαιο» είναι η συγκεκριμενοποίηση, η πραγμάτωση και η εφαρμογή της «δίκης» στον κοινωνικό βίο. «Δικαιοσύνη» είναι η κο­ρυφαία αρετή, η συνισταμένη των αρετών, και ταυτόχρονα η ηθική εκείνη αξία, που χρησιμοποιείται ως κριτήριο για την επισήμανση και τη στάθμι­ση, κάθε φορά, του δικαίου.  Η δικαιοσύνη, επομένως, είναι βασικό συστατικό στοιχείο της πόλης, επειδή είναι σε θέση να εξασφαλίσει την τάξη και την οργάνωση μέσα στην πολιτική κοινωνία.

Έτσι, λοιπόν, η δικαιοσύνη νοείται ως: α) αρετή: είναι η ιδιότητα του ανθρώπου να πράττει με γνώμονα τους γραπτούς νόμους της πολιτείας και δείχνοντας τον απαιτούμενο σεβασμό στους άγραφους νόμους β) θεσμός της πολιτείας: είναι το σύνολο των κανόνων που εξασφαλίζουν την τάξη και την αρμονική συμβίωση μέσα στην πόλη, γ) κοινωνική αρετή: η ιδιότητα του ατόμου να ζει σύμφωνα με την κοινωνική ηθική της πόλης. Η ύπαρξη της δικαιοσύνης αποτελεί την προϋπόθεση για την ύπαρξη και όλων των άλλων αρετών.

Για να κατορθωθεί βέβαια αυτό, απαιτείται για τον Αριστοτέλη η μέγιστη και αδιάλειπτη προσπάθεια. Και αυτό μας το καταδεικνύει στην ενότητα 10 των Ηθικών. Ο Αριστοτέλης αναπτύσσει νέο συλλογισμό, με τον οποίο θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η υπερβολή και η έλλειψη συσχετίζονται με την κακία και τους κακούς, ενώ το μέσον με την αρετή και τους καλούς. Μέσα από αυτόν προβάλλεται η αντίθεση ανάμεσα στο λάθος («ἁμαρτάνειν») και το σωστό («κατορθοῦν»), που ήδη από την προηγούμενη ενότητα συνέδεσε με την υπερβολή και την έλλειψη, και το μέσον αντίστοιχα. Έτσι λοιπόν διαπιστώνει ότι: α) Η υπερβολή και η έλλειψη βρίσκονται σε άπειρα σημεία και γι’ αυτό μπορούμε με πολλούς τρόπους («πολλαχῶς», «παντοδαπῶς») και εύκολα («ῥᾴδιον») να αποτύχουμε στον στόχο μας, δηλαδή να κάνουμε το λάθος. Επομένως, η υπερβολή και η έλλειψη συνδέονται με το λάθος και κατά συνέπεια με την κακία και τους κακούς. β) Το μέσον βρίσκεται σε ένα μόνο σημείο, γι’ αυτό μπορούμε με έναν μόνο τρόπο («μοναχῶς», «ἁπλῶς») και δύσκολα («χαλεπὸν») να επιτύχουμε τον στόχο μας, δηλαδή να κάνουμε το σωστό. Επομένως το μέσον συνδέεται με την αρετή και τους καλούς.

Στο χωρίο αυτό ο Αριστοτέλης αξιοποιεί το συμπέρασμα στο οποίο είχαν καταλήξει οι Πυθαγόρειοι ότι το κακό σχετίζεται με το άπειρο, ενώ το καλό με το πεπερασμένο. Δέχεται δηλαδή τη διδασκαλία των Πυθαγoρείων για τις αντιθετικές δυνάμεις, για δέκα αντιθετικά ζεύγη που κυβερνούν τον κόσμο: φῶς σκότος, δεξιόν ἀριστερόν, ἕν πλῆθος, πέρας ἄπειρον, ἀγαθόν κακόν, περιττόν ἄρτιον, ἄρρεν θῆλυ, ἡρεμοῦν κινούμενον, εὐθύ καμπύλον, τετράγωνον ἑτερόμηκες. Μέσα απ’ αυτές δημιουργείται η αρμονία, αφού η αρμονία είναι η ένωση πολυσύνθετων πραγμάτων και συμφωνία διαφωνούντων.

Κατ’ επέκταση, σύμφωνα με τον φιλόσοφο, η αποτυχία του επιδιωκόμενου στόχου γίνεται με πολλούς τρόπους, ενώ η επιτυχία του καλού μόνον μ’ έναν. Στην πραγμάτωση και βίωση της αρετής, στην κατάκτηση του αγαθού μπορεί να φτάσει κανείς μ’ έναν μόνο τρόπο, αφού το μέσο βρίσκεται σε ένα μόνο σημείο. Και σ’ αυτή την περίπτωση ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί το δομικό σχήμα των αντιθέσεων: ἁμαρτάνειν κατορθοῦν, πολλαχῶς μοναχῶς.

Άρα η μεσότητα είναι κάτι το δύσκολο, γίνεται με ένα τρόπο και είναι χαρακτηριστικό της αρετής. Πιο συγκεκριμένα, το να κάνουμε λάθος («τό κακόν» των Πυθαγορείων) είναι κάτι που μπορεί να συμβεί με πολλούς τρόπους («πλῆθος» των Πυθαγορείων), γιατί το κακό (δηλαδή το να κάνουμε λάθος) ανήκει στο χώρο του αδιαμόρφωτου και του χωρίς όρια. Δηλαδή οι κακές πράξεις είναι «άπειρες», και το άπειρο προκαλεί δέος στην ανθρώπινη λογική και είναι κακό. Αντίθετα, το να πετύχουμε το στόχο, το ορθό, (το «ἀγαθόν» των Πυθαγορείων) γίνεται με έναν τρόπο (το «ἕν» των Πυθαγορείων), γιατί το αγαθό, το να πετύχουμε δηλαδή το στόχο μας, βρίσκεται μέσα σε ορισμένα όρια («πέρας» των Πυθαγορείων). Παρατηρούμε ότι ο Αριστοτέλης αισθανόταν απέχθεια απέναντι στην έννοια του απείρου –που ίσως είχε κληρονομήσει από το δάσκαλό του, τον Πλάτωνα–, αρνιόταν καθετί που συγκρουόταν με τη λογική αναγκαιότητα. Χαρακτηριστική ήταν η φράση του «ἀνάγκη στῆναι» (κάπου πρέπει όλα να σταματούν, να έχουν ένα τέλος).

Επομένως, το αγαθό, οι καλές πράξεις, έχουν καθορισμένα όρια, είναι σύμμετρες και τέλειες, γιατί αυτό που έχει πέρας θεωρείται τελειότερο από το άπειρο και άμορφο. Και οι τρεις έννοιες («ἀγαθόν, ἕν, πέρας») βρίσκονται στην ίδια στήλη και σε θέση αντίθεσης με τις έννοιες («κακόν, πλῆθος, ἄπειρον»). Γι' αυτό το ένα είναι εύκολο (να αποτύχουμε στο στόχο μας) και το άλλο δύσκολο (να επιτύχουμε στο στόχο μας).

Β4. Σελίδα 155, Φιλοσοφικός Λόγος, Εκδόσεις Φροντιστηρίων «ΧΡΟΝΟΣ»: «Στην πραγματικότητα… για το σημαντικό αυτό θέμα».

Β5.α. προβλέψιμος, αφαιρετικός, φθαρτός, σωτήριος, νουνεχής

Β5.β. υπερβολή, έλλειψις, προσθείναι, ράδιον, αρετής.

 

Γ 1. Αδίδακτο κείμενο

Αν όλοι, όσοι προσπαθούν να εκπαιδεύουν, ήθελαν να λένε την αλήθεια, και να μην δίνουν υποσχέσεις μεγαλύτερες  από αυτά που επρόκειτο να πραγματοποιήσουν δε θα κακολογούνταν από τους πολίτες. Τώρα όμως, όσοι τολμούν να φέρονται αλαζονικά με πολλή απερισκεψία, έχουν κάνει έτσι τα πράγματα ώστε να φαίνεται ότι σκέπτονται καλύτερα αυτοί που επιλέγουν την τεμπελιά παρά αυτοί που ασχολούνται με τη φιλοσοφία. Διότι ποιος δε θα μισούσε και ταυτόχρονα δε θα περιφρονούσε πρώτα βέβαια όσους ασχολούνται με τους τσακωμούς, οι οποίοι προσποιούνται από τη μια πως ψάχνουν την αλήθεια, με το ξεκίνημα όμως  των υποσχέσεών τους επιδιώκουν να πουν ψέματα; Διότι νομίζω  πως σε όλους είναι φανερό ότι η πρόβλεψη των μελλοντικών δεν χαρακτηρίζει τη φύση μας, αντιθέτως απέχουμε τόσο πολύ από αυτή τη σκέψη,  ώστε ο Όμηρος, που έχει αποκτήσει τη μεγαλύτερη φήμη για τη σοφία του, και τους θεούς έχει πλάσει να σκέπτονται γι’ αυτά, όχι επειδή γνώριζε την γνώμη εκείνων, αλλά επειδή ήθελε να δείξει σε εμάς ότι αυτό είναι ένα από τα αδύνατα.

 

Δ1.  πάσης/ ἀληθεῖ/ ὑποσχέσει/ ἰδιῶτα/ ἔριν -ἔριδα/ σφετέρας/ τοσαύτας/ δόξῃ/ σφίσιν/ μεγίστας

 

  1. ἐπιχείρει/ λέξειν - ἐρεῖν/ ἀκουσόμενος/ ἐτόλμας/ ἑλομένους/ προγνῶναι/ ἀπόσχῃ/ ληψόμενος/ ἴστε/ ἐνδείκνυσιν

 

  1. Να αναγνωρίσετε το συντακτικό ρόλο των παρακάτω λέξεων:

μείζους: κατηγορούμενο στο αντικείμενο ὑποσχέσεις από το ποιεῖσθαι

βουλεύεσθαι: τελικό απαρέμφατο, αντικείμενο στο δοκεῖν (ή υποκείμενο, αν θεωρηθεί το  δοκεῖν

απρόσωπο)

ἅπασιν: δοτική προσωπική στο εἶναι φανερὸν

ἐπὶ σοφίᾳ: επρόθετος προσδιορισμός της αιτίας στο εἰληφὼς

ἓν: κατηγορούμενο στο τοῦτο από το ἐστίν

τῶν ἀδυνάτων: γενική διαιρετική στο ἕν

 

  1. ΥΠΟΘΕΣΗ: εἰπάντες ἤθελον οἱ παιδεύειν ἐπιχειροῦντες ἀληθῆ λέγειν, καὶ μὴ μείζους ποιεῖσθαι τὰς ὑποσχέσεις

ΑΠΟΔΟΣΗ:  οὐκ ἂν κακῶς ἤκουον ὑπὸ τῶν ἰδιωτῶν

ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ: Έχουμε υποθετικό λόγο του μη πραγματικού (υπόθεση: εἰ + οριστική παρελθοντικού χρόνου – απόδοση: δυνητική οριστική)

ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΣΤΟ ΕΙΔΟΣ ΤΗΣ ΑΠΛΗΣ ΣΚΕΨΗΣ: (υπόθεση: εἰ + ευκτική – απόδοση: δυνητική ευκτική)

ΥΠΟΘΕΣΗ: εἰ πάντες ἐθέλοιεν οἱ παιδεύειν ἐπιχειροῦντες ἀληθῆ λέγειν, καὶ μὴ μείζους ποιεῖσθαι τὰς ὑποσχέσεις

ΑΠΟΔΟΣΗ:  οὐκ ἂν κακῶς ἀκούοιεν ὑπὸ τῶν ἰδιωτῶν

 

  1. Οἶμαι γὰρ ἅπασιν εἶναι φανερὸν ὅτι τὰ μέλλοντα προγιγνώσκειν οὐ τῆς ἡμετέρας φύσεώς ἐστιν:

ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΣ & ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ:

α) ἅπασιν εἶναι φανερὸν: Πλάγιος λόγος κρίσεως, δηλ. ειδικό απαρέμφατο εξαρτώμενο από το δοξαστικό Οἶμαι. Θα μετατραπεί σε κύρια πρόταση κρίσεως με οριστική.

β)  ὅτι τὰ μέλλοντα προγιγνώσκειν οὐ τῆς ἡμετέρας φύσεώς ἐστιν: Πλάγιος λόγος κρίσεως, δηλ. ειδική πρόταση εξαρτώμενη από το φανερὸν εἶναι. Θα μετατραπεί σε κύρια πρόταση κρίσεως με οριστική.

ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΕΥΘΥ ΛΟΓΟ:

α) ἅπασιν ἐστὶ φανερὸν

β)  τὰ μέλλοντα προγιγνώσκειν οὐ τῆς ἡμετέρας φύσεώς ἐστιν

 

Επιμέλεια θεμάτων: Μαργαρίτα Κλαδιά, Ιστορικός- Αρχαιολόγος, καθηγήτρια των Φροντιστηρίων «ΧΡΟΝΟΣ»

Τα θέματα και οι απαντήσεις τους βρίσκονται στις Εκδόσεις των Φροντιστηρίων «ΧΡΟΝΟΣ»

Για να δείτε τα θέματα κι από άλλα μαθήματα, παρακαλώ πατήστε εδώ

Πως μπορούμε να σας φανούμε χρήσιμοι;




Συμπληρώστε τα ακόλουθα πεδία και θα επικοινωνήσουμε άμεσα μαζί σας.
Εναλλακτικά, μπορείτε να επικοινωνήσετε με όλους τους διαθέσιμους τρόπους
που βλέπετε δεξιά από τη φόρμα επικοινωνίας

Παράρτημα #1 Αχαρνές:
Διεύθυνση: Αγίας Τριάδος 15-17
Τηλ: 210 2445106, 210 2445107


Παράρτημα #2 Θρακομακεδόνες:
Διεύθυνση: Λ.Θρακομακεδόνων 220-222
Τηλ: 210 2430756, 210 2430832